Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Η παλιά κορνίζα - Μικρό διήγημα



Η παλιά κορνίζα έγερνε πάνω στον τοίχο θαρρείς κι ο χρόνος είχε γίνει ένα αόρατο βαρίδι πάνω της.  Εκείνος καθισμένος στο στενό τραπεζάκι της κουζίνας είχε στυλώσει τα μάτια στο κέντρο της, γέρνοντας ομοίως το κεφάλι του, σαν να  ήθελε να ευθυγραμμίσει το παρελθόν με το κενό παρόν του βλέμματος του.
Στην πολυκαιρισμένη φωτογραφία, μια γυναικεία φιγούρα και μια αντρική, στέκονταν δίπλα δίπλα.  Κάτι είχε αυτή η εικόνα και του γεννούσε απροσδιόριστες μνήμες καλής ζωής. Έτσι ένιωθε τουλάχιστον. Ποια να ήταν άραγε αυτά τα πρόσωπα; Τράβηξε κοντά το φθαρμένο, μαύρο μπαστούνι για να στηριχτεί ενώ η ψάθα της ξύλινης καρέκλας άφησε έναν αναστεναγμό καθώς σηκώνονταν. Χρόνια ξεκούραζε εκεί το σώμα του μα τώρα τελευταία η πίεση που της ασκούσε είχε γίνει αβάστακτη.
Με την δυσκολία των ποδιών που έχουν βαδίσει ατέλειωτα και την απουσία της διάθεσης για ένα νέο βήμα, έφτασε ως τον τοίχο. Ήθελε να δει από κοντά τα πρόσωπα της κορνιζάς. Περιεργάστηκε την γυναικεία φιγούρα για αρκετά. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και είχε λίγα λουλούδια στα μαλλιά. Το χαμόγελο της ενώ έδειχνε συγκρατημένο, έκρυβε μια αδιόρατη χαρά. Μα κι ο άνδρας, παρόλο το σοβαρό βλέμμα του, κρατούσε με περίσσια τρυφερότητα το χέρι της γυναίκας.
Αυτές οι απροσδιόριστες μνήμες άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά. Πότε ένα  παιδί με κοντά παντελόνια να τρέχει σε μια αλάνα. Πότε ένας νέος να πίνει το πρώτο του βερμούτ σε κάποιο πάρτυ. Πότε ένας άντρας να αντικρίζει δυο γυναικεία μάτια, τα οποία ύστερα θα του χάριζαν το μεγαλείο του έρωτα. Πότε δυο μωρά να παίζουν γύρω απ' τα πόδια του. Πότε...
Σε αυτό το "πότε" σταμάτησε. Σε αυτό το "πότε", δεν ήθελε να φτάσει ποτέ. Τα μάτια του που ήταν στεγνά για χρόνια, τον ξάφνιασαν με την απότομη υγρασία τους. "Με άφησες νωρίς...", ψέλισσε και το ρυτιδιασμένο χέρι του άγγιξε απαλά τη γυναικεία φιγούρα.
Τότε, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και μια νέα γυναίκα μπήκε μέσα. Πήγε κοντά του, του χάιδεψε το πρόσωπο και του σκούπισε τα μάτια. Προσπάθησε να τον πάρει από εκεί μα ένιωσε την απροθυμία του. Δεν έκανε δεύτερη προσπάθεια. Τον αγκάλιασε τρυφερά και στάθηκε δίπλα να κοιτάζει μαζί του την φωτογραφία.
"Με άφησες νωρίς..." είπε ξανά με έναν λυγμό να ξεπηδά από τα βάθη της ψυχής του.
Η νέα γυναίκα τον γύρισε προς το μέρος της και κοίταξε τα μάτια του βλέποντας ξεκάθαρα ένα κομμάτι της μέσα σε αυτά. 
"Δεν μας άφησε ποτέ πατέρα. Είναι παρούσα ακόμα κι αν δεν την βλέπουμε. Για σένα θα είναι πάντα το άλλο σου μισό και για εμάς ο φύλακας άγγελος μας", του είπε με αγάπη και τον φίλησε στο μέτωπο, θυμίζοντας του πως εκείνη η αγάπη δεν είχε φύγει με το χαμό της γυναίκας του, μα την εισέπραττε κάθε φορά που θωρούσε τα μάτια των παιδιών του. Ακόμα και τώρα που ο πόνος έπαιρνε την μορφή της λήθης.

Ματίνα Κ. Καρελιώτη

Πρώτη δημοσίευση στους Μικρο- αστικούς Μύθους lamore-radio.com