Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Προσφυγικά και ξεχασμένα - Μικρές Ιστορίες


Η Ευτέρπη ήταν μόλις  δεκάξι, όταν  πάτησε το πόδι της στο λιμάνι του Λαυρίου. Μοναχοκόρη του πιο πλούσιου κρεοπώλη στη συνοικία του ΚΑΙ.  Με τα λούσα, τις βεγγέρες αλλά και την εκλεπτυσμένη μόρφωση της. Υπότροφος στο ανώτερο παρθεναγωγείο της Σμύρνης, με γαλλικά και  πιάνο. Ένα πιάνο, που το μόνο που κατάφερε να παίξει, ήταν το πένθιμο εμβατήριο της στιγμής που ο πατέρας  έσπρωχνε μάνα και κόρη στη βάρκα του ξενιτεμού. Την είχε φιλήσει σταυρωτά και της είχε υποσχεθεί πως σε λίγο καιρό θα αντάμωναν εκ νέου. Η υπόσχεση, έμεινε υπόσχεση… και τα δάκρυα γινήκαν ποτάμια!

Απ’ το δίπατο αρχοντικό όπου έμενε, στην κοσμοπολίτισσα Σμύρνη, βρέθηκε σ' ένα δωμάτιο από πέτρα και λάσπη, σε μια άγνωστη γη, την Ανάβυσσο. Η μάνα στάθηκε γενναία. Δεν άφησε ούτε στιγμή τον πόνο να φανεί, παλεύοντας να στήσει απ’ αρχής το σπιτικό της. Νοικοκυρά τρανή, σαν όλες τις Μικρασιάτισσες, έπιανε την πέτρα και την έκανε λαμπίκο. Έραψε και κουρτίνες με φρου φρου, ενώ ταυτόχρονα δούλευε στα αμπέλια των ντόπιων για ένα κομμάτι ψωμί.  Την κόρη, την είχε κορώνα στο κεφάλι της, μα με αυστηρότητα καθόριζε την ύπαρξη της. Γνώριζε βλέπεις πως αυτός ο νέος τόπος έκρυβε κινδύνους για την καλοαναθρεμμένη κόρη της.

Τα νιάτα όμως δεν «καθορίζονται» εύκολα. Δεν λογαριάζουν δυσκολίες και εμπόδια. Κυρίαρχα  τα όνειρα επάνω τους, με την λαχτάρα της ζωής πιο έντονη από ποτέ.  Έτσι κι εκείνη, σαν αντίκρισε τον μελαχρινό Κωσταντή του Θανασ-Σταμάτη, τσιφλικά της περιοχής, η καρδιά της φτερούγισε. Ήταν ένα πρωινό που είχε κατέβει στις Αλυκές, να νιώσει μέσα από την αύρα της θάλασσας τα «αφημένα». Εκείνα που έμειναν πίσω. Οι ματωμένες θύμησες από τότε που διάβαινε με τα κρινολίνα της, την παραλία του ΚΑΙ.  Ο Κωνσταντής πέρασε μπροστά της καβάλα στ’ άλογο. Ευθυτενής, αγέρωχος καλπάζοντας σαν τον Άι Γιώργη μπροστά απ την σπηλιά του δράκου.

Τα ξανθά μαλλιά της, λεύτερα στον άνεμο και τα πελώρια καστανά μάτια της, συνεπήραν και εκείνου το βλέμμα. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια. Τα κορίτσια του χωριού κλείδωναν τα μαλλιά τους σε σφιχτές πλεξούδες και τα έκρυβαν πίσω από μαντήλια. Στην παραλία, δεν κατέβαιναν ποτές και τα μάτια τους ήταν πάντα σοβαρά και κατεβασμένα. Αυτό που θωρούσε, έμοιαζε με ξωτικό φερμένο απ’ αλλού!

Έτσι, η Ευτέρπη και ο Κωνσταντής, δυο κόσμοι άλλοι, διαφορετικοί, έγιναν ένας. Ένας κόσμος! Ο δικός τους! Για τους άλλους ήταν το παράταιρο, το ασεβές. Στη μάνα του, σαν έμαθε, της ήρθε νταμπλάς. Πώς ο γιος της έμπλεξε με αυτή την παστρικιά; Το παλληκάρι της, το μοσχαναθρεμμένο, που έπρεπε να πάρει ένα κορίτσι τίμιο απ’ τον τόπο του - με αντίστοιχα κτήματα - βρέθηκε μπλεγμένο με μια σουρλουλού, που ποιος ξέρει από πού κράταγε η σκούφια της - αχ! και να 'ξερε! Ο πατέρας του, θηρίο ανήμερο σε τούτα τα μαντάτα, του 'πεμψε πως θα τον αποκληρώσει. Μα εκείνος λαβωμένος στην καρδιά καβαλούσε τ' άλογο κι έφευγε μακριά.

Η μάνα της Ευτέρπης δέχονταν προσβολές, χλευασμούς και κάθε λογής οχλήσεις, μα κάτω δεν το ‘βαζε. Έβλεπε ευτυχισμένη τη μοναχοκόρη της κι άλλο η καρδιά της δε λαχταρούσε. Ο Κωνσταντής που έβλεπε τ’ άδικο να γιγαντώνει, ανέλαβε τις ευθύνες του κι έστειλε τελεσίγραφο στα γονικά του. Ή θα την έπαιρνε για γυναίκα του ή δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ.  Πόνεσε η μάνα του,  μα τον μοναχογιό της δεν μπορούσε να τον χάσει. Κατάφερε να αλλάξει τα μυαλά του αντρός της και έδωσαν την ευχή τους. Κι οι δύο διαφορετικοί κόσμοι ενώθηκαν, ενώπιον Θεού κι ανθρώπων, δημιουργώντας νέα «ζωή».  Γιατί έτσι είναι η αγάπη δεν βλέπει διαφορές. Είναι ενιαία κι αδιαίρετη. Αρκεί να την αφήσουμε να φωλιάσει στις καρδιές μας!


Ματίνα Κ. Καρελιώτη-2015