Προσφυγικά και ξεχασμένα - Μικρές Ιστορίες
Η Ευτέρπη ήταν μόλις δεκάξι, όταν πάτησε το πόδι της στο λιμάνι του Λαυρίου. Μοναχοκόρη του πιο πλούσιου κρεοπώλη στη συνοικία του ΚΑΙ. Με τα λούσα, τις βεγγέρες αλλά και την εκλεπτυσμένη μόρφωση της. Υπότροφος στο ανώτερο παρθεναγωγείο της Σμύρνης, με γαλλικά και πιάνο. Ένα πιάνο, που το μόνο που κατάφερε να παίξει, ήταν το πένθιμο εμβατήριο της στιγμής που ο πατέρας έσπρωχνε μάνα και κόρη στη βάρκα του ξενιτεμού. Την είχε φιλήσει σταυρωτά και της είχε υποσχεθεί πως σε λίγο καιρό θα αντάμωναν εκ νέου. Η υπόσχεση, έμεινε υπόσχεση… και τα δάκρυα γινήκαν ποτάμια! Απ’ το δίπατο αρχοντικό όπου έμενε, στην κοσμοπολίτισσα Σμύρνη, βρέθηκε σ' ένα δωμάτιο από πέτρα και λάσπη, σε μια άγνωστη γη, την Ανάβυσσο. Η μάνα στάθηκε γενναία. Δεν άφησε ούτε στιγμή τον πόνο να φανεί, παλεύοντας να στήσει απ’ αρχής το σπιτικό της. Νοικοκυρά τρανή, σαν όλες τις Μικρασιάτισσες, έπιανε την πέτρα και την έκανε λαμπίκο. Έραψε και κουρτίνες με φρου φρου, ενώ ταυτόχρονα δούλευ...